Η συγγραφέας του βιβλίου «Το απαραίτητο φως» μιλάει στο Dreamers & Co.

Έμαθα για πρώτη φορά για τη Ντορίνα Παπαλιού μετά την κυκλοφορία του πολύ ενδιαφέρον βιβλίου της Το απαραίτητο φως που παρουσιάσαμε πρόσφατα στο Dreamers & Co. Η μικρή συνέντευξη που ακολουθεί είναι μια ευκαιρία να τη γνωρίσουμε καλύτερα…

Ντορίνα Παπαλιού
-Ποιο βιβλίο διαβάζεις αυτή την περίοδο;
Δεν διαβάζω όσα μυθιστορήματα θα ήθελα. Κι αυτό γιατί διαβάζω όλο και περισσότερο βιβλία που πραγματεύονται συγκεκριμένα θέματα που με ενδιαφέρουν ή με απασχολούν κατά περιόδους. Πάνω στο γραφείο μου, όμως, πάντα στοιβάζω νέα μυθιστορήματα αλλά και μυθιστορήματα που έχω διαβάσει και θέλω να ξαναδιαβάσω ολόκληρα ή λίγες σελίδες τους ή σκηνές κάποιου κεφαλαίου ή ακόμη και μονάχα κάποιες φράσεις τους. Σε αυτά που τώρα πρωτοδιάβασα βρίσκεται και η ελληνική μετάφραση του τελευταίου μυθιστορήματος του Vasquez, Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν. Είναι το δεύτερο βιβλίο του Vasquez που έχω διαβάσει. Οι πληροφοριοδότες, που ακόμη δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, χειρίζεται με τον ίδιο ενδιαφέροντα τρόπο τη σχέση του ήρωα με το ιστορικό παρελθόν της χώρας του, της Κολομβίας. Μπλέκει την ιστορία με τις προσωπικές ιστορίες, εξετάζοντας τις επιπτώσεις των πράξεων των χαρακτήρων, όχι μόνο στου ίδιους, που δεν βρίσκουν τρόπο να ξεφύγουν, αλλά και στους άλλους. Στους «Πληροφοριοδότες» ειδικά, θαυμάζω την ικανότητα του συγγραφέα να βρίσκει τη θεματική του σε ένα γεγονός, ένα κομματάκι της ιστορίας, που για άλλους ίσως να μην είχε καμία αφηγηματική δυναμική και να χτίζει πάνω του μια πλοκή με πολλά επίπεδα. Και στα δυο μυθιστορήματα, μέσα από μια δομή με αρκετό σασπένς, κυριαρχεί η αναζήτηση των ηρώων για πληροφορίες που θα τους οδηγήσουν στην ανασύνθεση του παρελθόντος τους.

-Θα ήθελες να μοιραστείς μαζί μας το βιβλίο που σε έχει στιγματίσει ως αναγνώστρια και το «κουβαλάς» μαζί σου από τη πρώτη στιγμή που το διάβασες;
Πως θα μπορούσε ποτέ να είναι ένα μονάχα μυθιστόρημα; Στην εφηβεία μου είχα μανία με τη γοτθική λογοτεχνία, ιδιαίτερα τον Έντγκαρ Άλαν Πόε και τους συγγραφείς που επηρεάστηκαν από το είδος, καθώς και την αστυνομική. Σήμερα, αν έπρεπε να ξεχωρίσω κάποια, θα έλεγα, για πολύ διαφορετικούς λόγους το καθένα, τα εξής: «Σημειώσεις ενός επαρχιακού γιατρού», του Μπουλγκάκοφ. «Πατέρες και γιοί», του Τουργκένιεφ. «Χαμένες Ψευδαισθήσεις», του Μπαλζάκ. «Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο», του λε Καρέ. «Τα γράμματα του Βαν Γκογκ στον Τέο». Η «Βιογραφία του Κιμ Φίλμπι», του Φίλιπ Νάιτλι. «Ο Λαγός με τα κεχριμπαρένια μάτια», του Ε. Ντε Βαλ. «Ο Μπαλζάκ και η μικρή κινέζα ράφτρα», του Ντάι Σούτσι. «Επιχείρηση Μίνσμιτ», του Μπεν Μάκινταϊρ. «Η γυναίκα στα λευκά», του Γουίλκι Κόλλινς. «Dracula», του Μπραμ Στοκερ. Oι «Χαμένοι», του Μέντελσον. «Το παζάρι του Φάουστ», του Τζ. Πετρόπουλος. «Η μορφολογική ανάλυση του παραμυθιού κατά τον Β. Πρόπ». «Η μορφή του φιλμ», Σ. Αϊζενστάιν, «Τραγουδώντας το Χορτάρι», της Ντόρις Λέσινγκ, «Το τέλος μιας σχέσης», του Γκράχαμ Γκρίν, «Αποχαιρετισμός στα όπλα», του Ε. Χέμινγουεϊ, «Posession» της Α. Μπάγιατ, «Η αισθηματική αγωγή», του Γκ. Φλωμπέρ, «Για το Πνευματικό στην τέχνη», του W. Kandinsky. Σταματώ, γιατί θα γεμίσω τη σελίδα…

συνέντευξη εκδόσεις ίκαρος βιβλιο

Φωτογραφία: The Fotomatón

-Πώς προέκυψε η συγγραφή του βιβλίου «Το απαραίτητο φως»; Τι είναι αυτό που μας κάνει να δούμε τα πράγματα με διαφορετική οπτική; Ποιο είναι αυτό το φως;
Κάποια στιγμή, λίγο αφότου τελείωσα το πρώτο μου μυθιστόρημα, το «Γκάτερ», με απασχόλησε το ζήτημα της τύχης των κλεμμένων έργων τέχνης από τους ναζί, αλλά και γενικότερα, οι σχέσεις των ανθρώπων με τις χαμένες κληρονομιές τους. Διάβασα πολλά βιβλία σχετικά με το θέμα. Σ’ ένα από αυτά, μια φωτογραφία τράβηξε την προσοχή μου. Χιλιάδες κλεμμένες καμπάνες, στοιβαγμένες στην προκυμαία ενός λιμανιού, σαν ένα λιβάδι σπαρμένο με καμπάνες πλάι στη θάλασσα, περίμεναν να φορτωθούν στα πλοία για να μεταφερθούν σε κάποιο εργοστάσιο της Γερμανίας ώστε να μετατραπούν σε πολεμικό υλικό. Αυτή η εικόνα απεικονίζει το παράλογο του πολέμου. Παράλληλα όμως και το πώς η ταυτότητα ενός αντικειμένου, όπως και η ανθρώπινη υπόσταση, αλλάζουν βίαια για να υπηρετήσουν τον ρόλο που τους έχει επιβληθεί από τις περιστάσεις. Σε αυτή τη σκέψη βρήκα τα βασικά ερωτήματα που με απασχόλησαν στο μυθιστόρημα. Ίσως αυτή η φωτογραφία να ήταν που με κινητοποίησε συναισθηματικά ώστε ν’ αρχίσω να δουλεύω στο χαρτί τις πρώτες ιδέες. Αρχικά ήταν αόριστες, είχαν να κάνουν μ’ έναν χαμένο πίνακα, μάλλον κλεμμένο από τους ναζί, που θα λειτουργούσε ως συνδετικός κρίκος μιας ιστορίας που θα εξελισσόταν στο τότε, την Ελλάδα στα χρόνια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, και στο σήμερα. Σιγά σιγά όμως άρχισα να χτίζω κάτι πιο συγκεκριμένο, την ιστορία και τους ήρωές της.
Όσο για το τι μας κάνει συχνά να βλέπουμε τα πράγματα με άλλη ματιά, θα έλεγα πως είναι η γνώση της αλήθειας—όσο μπορούμε να την προσεγγίσουμε τουλάχιστον.
Ο τίτλος του βιβλίου, «Το Απαραίτητο Φως» αναφέρεται καταρχήν στο φως το ελληνικό, το φως που αναζητεί απεγνωσμένα η μια από τις δυο ηρωίδες του βιβλίου να βρει τον τρόπο να απεικονίσει στη ζωγραφική της, μέσα στο γενικότερο πνεύμα της αναζήτησης της ελληνικότητας στην τέχνη, που χαρακτηρίζει τους Έλληνες καλλιτέχνες της γενιάς του 30’. Από την άλλη αναφέρεται και στην αναζήτηση της αλήθειας, τόσο της ιστορίας που ψάχνει η σύγχρονη ηρωίδα, όσο και της προσωπικής αλήθειας.

-Περιέγραψέ μας την καθημερινότητα σου. Συνάδει η νοσταλγική εικόνα που έχουμε για τον συγγραφέα και το γραπτό του;
Δεν ξέρω τι ακριβώς έχετε κατά νου ως νοσταλγική εικόνα. Για μένα τουλάχιστον, το γράψιμο ενός μυθιστορήματος είναι μια δουλειά με συγκεκριμένο ωράριο, με τρομακτική αγωνία και συνεχή απόρριψη. Τις υπόλοιπες ώρες, όταν δεν γράφω, οι ήρωες και η ιστορία με στοιχειώνουν.

-Ποια είναι η σχέση σου με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης; Πιστεύεις ότι είναι αναπόφευκτη η χρήση τους ακόμη για έναν συγγραφέα;
Θαυμάζω τους συγγραφείς που μπορούν να γράφουν σε μόνιμη βάση σε μπλογκ, facebook, twitter και να μην διαλύονται, να μην χάνουν την ενέργειά τους. Είμαι αρκετά εσωστρεφής ως άνθρωπος και δεν εκδηλώνω εύκολα τις απόψεις μου παρά σε στενούς μου φίλους. Όταν δουλεύω, έχω ανάγκη την απομόνωση. Πολλοί συγγραφείς θεωρούν τα μέσα αυτά απαραίτητα για την προώθηση των βιβλίων τους. Δεν ξέρω, ίσως σε ένα βαθμό βοηθούν να γίνει γνωστή η έκδοση ενός νέου βιβλίου σε γνωστούς και φίλους, να αναπαραχθούν οι κριτικές που γράφονται. Από κει και πέρα, ποια χρήση επιλέγει κανείς, έχει να κάνει με την ιδιοσυγκρασία του.

Ευχαριστούμε θερμά την Ντορίνα Παπαλιού για την παραχώρηση της συνέντευξης.

Το βιβλίο της «Το απαραίτητο φως» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος.