Το μυθιστόρημα Έθιμα ταφής της Αυστραλιανής Hannah Kent είναι ένα βιβλίο που απόλαυσα όσο λίγα τελευταία. Το είχα καιρό τώρα στις προσεχείς αναγνώσεις μου αλλά ήταν η συνάντηση της Bookworm που με έκανε να επισπεύσω την ανάγνωσή του. Ένα βιβλίο τόσο σκληρό, αλλά και συγκινητικό που δεν μπορεί να αφήσει ανεπηρέαστο κανέναν.

Έθιμα ταφής

Η συγγραφέας μάς μεταφέρει στην Ισλανδία του 1829 όπου η Άγκνες Μάγκνουσντότιρ καταδικάζεται σε θανατική ποινή για τη δολοφονία δύο ανδρών, μεταξύ αυτών και του εραστή της. Ακριβώς επειδή ήταν γυναίκα, δεν μπόρεσε να υπερασπιστεί τον εαυτό της, δεν θα το έκανε ούτως ή άλλως, αλλά ακόμη και εναντιωνόταν δεν θα την άκουγε κανείς.

Μέχρι να έρθει η ώρα της εκτέλεσης θα αναγκαστεί να μείνει στο σπίτι των Γιόνσον όπου διαμένει ο Γιόν και η Μαργκρέτ με τις δύο τους κόρες. Η απόφαση αυτή θα τους τρομάξει αρχικά, δεν μπορούν όμως να την παραβλέψουν, είναι αναγκασμένοι να διαμείνουν με τη «φόνισσα». Κι ενώ στην αρχή υπάρχει ομολογουμένως μια απόσταση, αυτή εκμηδενίζεται κυρίως λόγω της Μαργκρέτ αλλά και του συμπαθούς χαρακτήρα της Άγκνες που μαζί με τον πνευματικό της, Τάτι, θα ενδιαφερθεί να μορφωθεί για να απαλύνει τη ψυχή της έστω και λίγο καιρό πριν το προαναγγελθέν τέλος της.

Έθιμα ταφής

Φωτογραφία: TheFotomaton

Τι μας μαθαίνει αυτό το βιβλίο όμως για τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία αυτή; Είναι όντως ένοχη και πως μήπως μπορεί να αλλάξει κάτι σε αυτή τη θανατική καταδίκη; Κάθε σελίδα του βιβλίου μας δείχνει το καθεστώς της ανδροκρατούμενης κοινωνίας που επικρατούσε την εποχή εκείνη, την απουσία ελευθερίας των γυναικών αλλά και την προκλητικά παρεμβατική στάση της εκκλησίας.

Αυτό που κάνει αυτό το βιβλίο εξαιρετικά ενδιαφέρον, πέρα από την πλοκή του, την πολύ καλή γραφή της συγγραφέως αλλά και μετάφρασή του είναι ότι ο χαρακτήρας της Άγκνες Μάγκνουσντότιρ είναι βασισμένος στην πραγματική Άγκνες, για την οποία μιλούσαν όλοι στην περιοχή, ενώ δεν έλειψαν και οι μύθοι που δημιουργήθηκαν γύρω από το όνομά της (ότι ήταν μάγισσα και φόνισσα), οι οποίοι επηρέασαν και τη συγγραφέα στη συγγραφή του βιβλίου.

Φαίνεται πως όποιοι αγαπώ, χάνονται. Πεθαίνουν και μπαίνουν στο χώμα. Κι εγώ μένω μόνη. Ευτυχώς δεν έχει μείνει πια κανένας να τον αγαπάω. Κανένας δεν έχει μείνει να θάψω.

Η κατάληξη της Άγκνες μας είναι γνωστή εκ των προτέρων (μου θύμισε το βιβλίο «Χρονικόν ενός προαναγγελθέντος θανάτου» του Γκαμπριέλ Γκαρθία Μάρκες), ενώ με κάθε σελίδα που διαβάζουμε ελπίζουμε στη «σωτηρία» της, αφού δείχνει να επηρεάζει τον κόσμο που συναναστρέφεται… όμως είναι το ίδιο καταδικασμένη από το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας, οπότε οποιαδήποτε ελπίδα χάνεται…

Έπρεπε, λοιπόν, να χαίρεται κανείς τις λιακάδες, όσο υπήρχαν. Για ν’αντέχει καλύτερα τη λάσπη και το κρύο που δεν αργούσαν να΄ρθουν.

Τι να πούμε για την καταπληκτική γραφής της Hannah Kent που κάνει με αυτό το βιβλίο το συγγραφικό της ντεπούτο; Ελπίζω να μην προστεθεί το όνομά της στη λίστα του Όχι (στους συγγραφείς που είπαν όχι στο δεύτερο τους βιβλίο, Μπάρτλεμπυ και Σία, (εκδόσεις Καστανιώτη, 2002) και να διαβάσουμε νέα της κείμενα στο μέλλον.

Κυκλοφορεί στη σειρά Συγχρονης Ξένης Λογοτεχνίας των εκδόσεων Ίκαρος | Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου | Τιμή:16,50 Ευρώ | Σελίδες: 420