Στο μυθιστόρημα του Alejandro Zambra Τρόποι να γυρίζεις σπίτι (εκδόσεις Ίκαρος, 2016) ανατρέχουμε στο Μάιπου της Χιλής, και μαθαίνουμε για την γενιά των παιδιών που μάθαιναν να διαβάζουν ή να ζωγραφίζουν όσο οι γονείς τους ήταν συνεργοί ή θύματα της δικτατορίας του Πινοτσέτ, μετατρέποντάς τους στους πραγματικούς πρωταγωνιστές της χιλιανής δικτατορίας (1973-1990).

Alejandro Zambra

Η πρώτη ιστορία του βιβλίου μάς βρίσκει στη δεκαετία του 80 με αφορμή τη ζωή ενός ανώνυμου αγοριού που γεννήθηκε μέσα στη δικτατορία και είχει μάθει να κατασκοπεύει σε αυτή. Οι γονείς του έλεγαν ότι δεν την υποστηρίζουν αλλά ταυτόχρονα δεν ήταν και εναντίον της. Η δεύτερη ιστορία έχει να κάνει με τη ζωή ενός συγγραφέα, που είναι ο δημιουργός της πρώτης ιστορίας και εξιστορεί τα γεγονότα που καταγράφει στο βιβλίο του.

Έτσι, ο αναγνώστης ξεκινά να αναγνωρίζει τα σημεία που ξεκαθαρίζουν τις εξελίξεις, τον φόβο καθώς και την διπροσωπία με την οποία έπρεπε να ζήσουν πολλοί Χιλιανοί για να επιβιώσουν. Ταυτόχρονα, ο αναγνώστης συνειδητοποιεί και την παθητικότητα που χαρακτήριζε την πλειoνότητα του κόσμου σε σχέση με το καθεστώς που ζούσαν, καθώς και την υπονόμευση της κοινωνικής συνοχής.

Το Τρόποι να γυρίζεις σπίτι είναι ένα απολαυστικό μυθιστόρημα ενηλικίωσης. Τα μικρά και πυκνά κεφάλαιά του, καθώς και το λογοτεχνικό τέχνασμα να υπάρχει μια ιστορία μέσα σε μια άλλη, δίνουν στο βιβλίο μια ενδιαφέρουσα διάσταση. Ένα μυθιστόρημα συναισθημάτων, γεμάτο μελαγχολία από τις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας, με γεγονότα που καθόρισαν ολόκληρες γενιές όπως και τον ίδιο τον συγγραφέα.

…Μια φορά, χάθηκα. Θα ’μουν έξι ή επτά χρονών. Είχα αφαιρεθεί και, ξαφνικά, δεν έβλεπα πια τους γονείς μου. Φοβήθηκα, αλλά βρήκα αμέσως το δρόμο κι έφτασα πρώτος στο σπίτι – εκείνοι μ’ έψαχναν συνέχεια, απεγνωσμένα, αλλά εγώ νόμισα ότι είχαν χαθεί· ότι εγώ ήξερα να γυρίζω σπίτι κι εκείνοι όχι. «Ήρθες από άλλο δρόμο» είπε η μητέρα μου αργότερα, με τα μάτια της ακόμα κλαμμένα. «Εσείς ήρθατε από άλλο δρόμο» σκέφτηκα, αλλά δεν το είπα…

Alejandro Zambra

Τι σόι πρόσωπο έχουν οι γονείς μου; Όμως η αλήθεια είναι ότι οι γονείς μας δεν έχουν ποτέ πρόσωπο. Δε μαθαίνουμε ποτέ να τους κοιτάζουμε καλά.

Μια από τις φράσεις που δεν μπορεί κανείς να βγάλει από το μυαλό του εύκολα. Μια δυνατή ιστορία που δεν θα σου υποδείξει τι να σκεφτείς και πώς πρέπει να συμπεριφερθείς, αλλά αξίζει να τη διαβάσεις.

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος σε μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη. Τιμή: 13,50€ | Σελίδες: 172