Η πρώτη μου «γνωριμία» με τον Τζόναθαν Κόου έγινε το καλοκαίρι όταν διάβασα σχεδόν απνευστί το Σπίτι του Ύπνου, ένα μυθιστόρημα που μου άρεσε τόσο πολύ που δεν κατάφερα τελικά να γράψω ποτέ γι’ αυτό. Το ίδιο συναίσθημα, αν όχι κι εντονότερο, μου προκάλεσε και ο Αριθμός 11, μόνο που αυτή την φορά αποφάσισα να οργανώσω λίγο το μυαλό μου και να πω δύο λόγια γι’ αυτό το εξαιρετικό μυθιστόρημα.

Τζόναθαν Κόου

Πρόκειται για ένα ψηφιδωτό από πέντε, εν μέρει, διαφορετικές ιστορίες που έχουν όμως στο επίκεντρό τους δύο νεαρά κορίτσια, την Ρέιτσελ, την Άλισον, και φυσικά τον αριθμό 11. Κάθε ιστορία αγγίζει με την διεισδυτική ματιά του Τζόναθαν Κόου, θέματα όπως ο εθνικισμός, η φυλακή της νοσταλγίας, η επίδραση των social media στην καθημερινότητά μας, η παρωχημένη, ως ένα σημείο, αλλά εξίσου τρομακτική διαστρέβλωση της καθημερινότητας, υπό το πρίσμα του τηλεοπτικού φακού και πολλά άλλα.

Μπορεί κάποιος να σκεφτεί ότι όλα αυτά τα ζητήματα έχουν σίγουρα ξαναειπωθεί, αλλά στην προκειμένη περίπτωση η διαφορά έγκειται στην μαεστρία με την οποία καταφέρνει να τα αποδώσει και να τα επικοινωνήσει ο συγγραφέας. Κάθε ιστορία αναπτύσσεται, στο ακέραιο, αυτόνομη μέχρι την στιγμή που θα πας στο επόμενο κεφάλαιο, και μετά στο επόμενο, χωρίς τελικά να καταφέρεις να αφήσεις το βιβλίο από τα χέρια σου.

Τζόναθαν Κόου

Για παράδειγμα, το ζήτημα της νοσταλγίας που αναφέρθηκε νωρίτερα, κρύβει έναν ιδιαίτερο συμβολισμό. Ο καθένας μας μπορεί να αναπολεί έναν χαμένο παράδεισο μίας ουτοπικής κοινωνίας, αλλά η ζωή είναι το εδώ και τώρα και τι επιλέγεις να κάνεις εσύ με αυτό. Η νοσταλγία ελλοχεύει μέσα της την παθητικότητα, την αποποίηση της ευθύνης των όποιων επιλογών. Αυτό, άλλωστε, δεν είναι κι ένα από τα πράγματα που μας έχουν εξαντλήσει όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης; Κάθε μέρα είναι και μία ακόμα επιλογή, συνήθως δυσκολότερη από την χθεσινή. Έχουμε πάψει να ζούμε στα χρόνια της ασφάλειας, έστω και πλασματικής, με αποτέλεσμα να εξιδανικεύουμε, κατά το σύνηθες, κάθε παρελθοντική κατάσταση. Σε αυτή την κοινωνία, ακόμα και η σάτιρα λειτουργεί ως ένα ακόμα μέσο για την αύξηση της παθητικότητας του πλήθους:

«Κάθε φορά που γελάμε με την δωροδοκία ενός διεφθαρμένου πολιτικού, με την απληστία ενός διαχειριστή αμοιβαίων κεφαλαίων… τους επιτρέπουμε να γλιτώσουν. Ο ΘΥΜΟΣ που θα έπρεπε να νιώθουμε ενάντια σε αυτούς τους ανθρώπους, που διαφορετικά ενδεχομένως να οδηγούσε στη ΔΡΑΣΗ, απελευθερώνεται και διασκορπίζεται με την μορφή γέλιου. Και αυτός είναι ο κατάλληλος τρόπος να προσφέρεις στο κοινό αυτό που θέλει και ακριβώς αυτό για το οποίο πληρώνει: άλλη μία δικαιολογία να καθίσει αναπαυτικά και να συνεχίσει την δική του εγωιστική πορεία χωρίς καμία πραγματική απειλή ή πρόκληση για το πολύτιμο lifestyle του.»

Στο τελευταίο κεφάλαιο παρατηρούμε τον συγγραφέα να κάνει μία στροφή στο ύφος του δίνοντας στην ιστορία αρκετά στοιχεία μυστηρίου, ίσως ακόμα και θρίλερ. Στόχος του, κατά την γνώμη μου, είναι να κλιμακώσει το σύνολο των ιστοριών του «που σε οδηγούν στην τρέλα», όπως λέει και ο δεύτερος, επεξηγηματικός τίτλος του βιβλίου. Ένας κόσμος βουτηγμένος στην επιφανειακή ματαιοδοξία του πλούτου μοιραία θα συγκρουστεί με τον ακριβός αντίθετό του, στον οποίο ανήκει η πλειονότητα των ανθρώπων που βιώνουν τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης. Από αυτή την σύγκρουση, προφανώς και θα υπάρξουν απώλειες μέχρι την στιγμή που θα συνειδητοποιήσουμε πως «όλοι έχουμε την ελευθερία της επιλογής». Αρκεί, να είμαστε πρόθυμοι να πληρώσουμε και το αντίστοιχο τίμημα. ♦

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις, σε μετάφραση Άλκηστις Τριμπέρη. Σελίδες: 528 | Τιμή: 20.00€