Υπάρχουν περιστέρια στη χλόη· όπως φαίνεται δεν κάνουν κάτι άλλο από να τσιμπούν σπόρους που ξετρυπώνουν από το έδαφος. Είναι εκεί. Στη θέση τους βέβαια, θα μπορούσαν να είναι άλλα περιστέρια, όπως ακριβώς και τα ίδια θα μπορούσαν να βρίσκονται σε μια άλλη θέση. Από τη μια στιγμή στην άλλη θα σηκώσουν τα μαλθακά φτερά τους και θα πετάξουν για κάποιο άλλο σημείο.

Wolfgang Koeppen

Είμαστε στο Μόναχο, μόλις έχει τελειώσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, και επιζήσαντες και προδότες πρέπει να συνυπάρξουν. Τα ίχνη του πολέμου είναι ακόμη εμφανή: σκουπίδια, χαλάσματα, χαμένες σφαίρες, αλλά και ίχνη από της ζωές των Ναζί…

Υπάρχουν όμως και άλλου είδους «περιστέρια» στις γερμανικές πόλεις, που καταφέρνουν και ζουν μόνο και μόνο με το δικό τους ένστικτο επιβίωσης. Είτε γιατί έχουν την ανάγκη απλά να περάσει ο χρόνος από πάνω τους, είτε γιατί ψάχνουν ―μπορεί και μαγικά― έναν δρόμο να ακολουθήσουν. Είναι χήρες πολέμου, παιδιά, πόρνες από ανάγκη, αχθοφόροι-μεταφορείς, στρατιώτες, ποιητές… Υπάρχει επίσης κι ένας κόσμος από κατακτητές, νικητές πολέμου ―χαμένοι στη ζωή―… Όλοι τους λειτουργούν σαν τα περιστέρια στη χλόη… ζουν τη μοναδική αυτή στιγμή, και από λεπτό σε λεπτό μπορεί να χρειαστεί να πετάξουν για κάπου αλλού.

Είναι βέβαιο ότι ο δικός τους κόσμος δεν ήταν πια ο κόσμος των γονιών τους.

Το βιβλίο του Wolfgang Koeppen, Περιστέρια στη χλόη (εκδόσεις Κριτική, 2016), περιλαμβάνει μια πλειάδα από χαρακτήρες που συνυπάρχουν στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Ήταν η στιγμή κατά την οποία ο πόλεμος άρχιζε να απομακρύνεται και μαζί του τα τραύματά του άρχιζαν να λιγοστεύουν, το μέλλον άρχιζε να αποκτά όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα.

Είναι χαρακτήρες πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους που έρχονται κοντά, αλληλεπιδρούν, και απομακρύνονται πάλι, όπως το κύμα της θάλασσας που σκάει στην ακτή. Εμφανίζεται ένα ζευγάρι, η γυναίκα φαίνεται να έχασε τα πάντα κατά τη διάρκεια του πολέμου, ενώ ο άντρας της ένας συγγραφέας που με τον πόλεμο έχασε την ελπίδα του για ζωή. Παιδιά τριγυρνούν ανάμεσα στα χαλάσματα. Μια χήρα πολέμου αναγκάστηκε να γίνει πόρνη, μέχρι που γνώρισε έναν μαύρο Αμερικανό στρατιώτη, ένας ποιητής που φαίνεται να είναι ο πολιτιστικός φάρος της πόλης, αλλά και πολύ άλλοι.

Σαν περιστέρια στη χλόη, αντιμετώπιζαν κάποιοι στοχαστές του πολιτισμού τους ανθρώπους, καθώς πάσχιζαν να τονίσουν το άσκοπο και φαινομενικά τυχαίο της ανθρώπινης ύπαρξης, να ελευθερώσουν τον άνθρωπο από τον Θεό, για να τον αφήσουν ανεμπόδιστο να φτερουγίσει στο τίποτα, δίχως σκοπό, δίχως αξίες, ελεύθερο και απειλούμενο από ξόβεργες, βορά στον χασάπη, όμως περήφανο για την υποτιθέμενη από Θεό και θεϊκή καταγωγή, ελευθερία του που δεν οδηγεί πουθενά αλλού παρά στην αθλιότητα και το τίποτα.

Wolfgang Koeppen

Στο Περιστέρια στη χλόη αυτό που μου έκανε πολλή μεγάλη εντύπωση είναι οι αναρίθμητοι χαρακτήρες του που άλλοτε μπλέκονται και άλλοτε απομακρύνονται χωρίς κάποιο χρονικό πλαίσιο, και αυτό με τρόπο που με δυσκόλεψε αρκετά στην ανάγνωσή του. Κάτι που επίσης είναι αξιοσημείωτο  είναι και το γεγονός ότι δεν ξεχωρίζει κάποιος χαρακτήρας περισσότερο από κάποιον άλλο· όλοι μαζί φαίνεται να δημιουργούν και να αποτυπώνουν έναν καμβά.

Οι χαρακτήρες παρουσιάζουν ξεχωριστές ιστορίες σε μια καλειδοσκοπική σύνθεση, που φαίνεται να μην τις ενώνει τίποτε. Όλες τους όμως έχουν ένα κοινό μήνυμα, την αβεβαιότητα και τον φόβο, κάνοντας το βιβλίο πιο επίκαιρο από ποτέ. Το τέλος του ανταμείβει τον αναγνώστη αφού επικεντρώνεται στην απειρότητα του κόσμου που μας περιβάλλει, αλλά και το πόσο μικρή είναι η ζωή μας σε σχέση με το μέγεθος του σύμπαντος. ♦

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κριτική σε μετάφραση του Βασίλη Τσαλή. Σελίδες: 320 | Τιμή: 18,00€