Ο 20ος αιώνας θεωρείται «σύντομος» σύμφωνα με τον ιστορικό Eric Hobsbawm. Ωστόσο τα γεγονότα που συνέβησαν κατά τη διάρκειά του δεν μπορούν να χαρακτηριστούν έτσι καθώς συγκλόνισαν τόσο πολύ την ανθρωπότητα που η απόρροια τους κρατάει ως σήμερα. Το Omega Minor (εκδόσεις Πόλις, 2011) είναι ένα μυθιστόρημα που βασίζεται στον παραλογισμό, που τελικά έγινε πράξη. Είναι ένα μυθιστόρημα για το πώς η ανθρωπότητα στράφηκε εναντίον του ίδιου της του εαυτού, και ίσως δεν διστάσει να το ξανακάνει.

Omega Minor

Βρισκόμαστε στο Βερολίνο του 1995, λίγα χρόνια μετά την πτώση του Τείχους και 50 χρόνια μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου και την αυτοκτονία του Χίτλερ. Όλα τα παραπάνω αποτελούν τον άξονα που περνά όλο το μυθιστόρημα και πάνω σ’ αυτόν χτίζονται οι αφηγήσεις και τα γεγονότα.

Ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, ο μεταδιδακτορικός ερευνητής φυσικής & ψυχολογίας(;) Πάουλ Άντερμανς, πέφτει θύμα νεοναζιστικής βίας και στο νοσοκομείο όπου νοσηλεύεται έρχεται σε επαφή με τον μυστηριώδη γέροντα ταχυδακτυλουργό Ντε Χέιρ. Αναπτύσσουν μία σχέση ακροατή/βιογράφου-αφηγητή και η πορεία της ζωής του πρώτου αλλάζει ριζικά. Αν στόχος του μεταδιδακτορικού ερευνητή είναι η Μνήμη, ο Ντε Χέιρ αποτελεί το καλύτερο πρωτογενές υλικό. Είναι όμως έτσι;

Μετά από τις 100 πρώτες σελίδες, που μπερδεύουν κάπως τον αναγνώστη για την θεματική του βιβλίου, εισερχόμαστε στην ιστορία του Ντε Χέιρ ξεκινώντας από το Βερολίνο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Με μια εξαιρετική αφηγηματική μαεστρία παρακολουθούμε την ιστορία τόσο της πόλης-πρωτεύουσας όσο και της ζωής των κατοίκων της στην γραμμή του χρόνου. Η άνοδος του Ναζισμού, ο ρόλος και οι αντιδράσεις των ανθρώπων, η δραματική αλλαγή στις ζωές των Εβραίων, το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τα Στρατόπεδα Συγκέντρωσης, το τέλος του πολέμου και η είσοδος των Ρώσων αλλά και των Συμμάχων στην πόλη και τέλος το χτίσιμο του Τείχους της Ντροπής.

Μπορεί όλα τα παραπάνω να ακούγονται σαν μια απλή αναφορά ιστορικών γεγονότων, ωστόσο η ύπαρξή τους εντός του λογοτεχνικού κειμένου είναι πολύ διαφορετική και κυρίως σκοτεινή. Ο Verhaeghen μεταφέρει ολοζώντανα σκηνές που η πραγματικότητα ωχριά μπροστά τους. Ξεκινώντας από τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης και την άνοδο των προσωπικοτήτων, όπως είναι ο Μπρεχτ και την ύπαρξη των καλλιτεχνικών καφέ περνάει στην εμφάνιση των ναζιστών και εντρυφεί στον παραλογισμό της ιδεολογίας τους, με όλα τα παγανιστικά και σεξουαλικά χαρακτηριστικά που την διέπνεαν. Ταυτόχρονα, παρακολουθούμε τις αλλαγές στις ζωές των κατοίκων της πρωτεύουσας, τόσο των Εβραίων όσο και των υπολοίπων. Οι σκηνές βίας και αναρχίας που επικρατούν στο Βερολίνο κατά τη διάρκεια του πολέμου σοκάρουν με την πιστότητα τους τον αναγνώστη. Επίσης, οι σκηνές που εξελίσσονται στα Στρατόπεδα Συγκέντρωσης και στους χώρους που πραγματοποιούσε ο Μένγκελε τα παράλογα πειράματά του, δεν σοκάρουν απλώς, αλλά δυσκολεύουν την περαιτέρω «ανάγνωση».

«Τι θα πει ο κόσμος μετά τον πόλεμο; Δεν ήμασταν εμείς αυτοί; Δεν το ξέραμε, μας παραπλάνησαν; Ακολουθήσαμε τον αρχηγό, αυτό ήταν το μόνο μας έγκλημα και μαζικά ριχτήκαμε, χαρούμενοι και πρόθυμοι, πλην εντελώς αθώοι, από τον τελευταίο βράχο, τον βράχο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας; Πιστεύω ότι κανείς δεν πρέπει να ξεχάσει ποτέ ότι υπάρχει μια τεράστια διαφορά μεταξύ μιας πράξης που επετράπη και μιας επιτρεπτής πράξης.»

Το μυθιστόρημα όμως δεν αφορά μόνο το Ολοκαύτωμα. Παράλληλα ο ήρωάς μας έρχεται σε επαφή και με άλλα 3 πρόσωπα που η εξέλιξη του βιβλίου θα εκπλήξει και θα τα φέρει σε στενή σύνδεση-σχέση με τον παραπάνω αφηγητή. Αρχικά, η εξίσου ερευνήτρια-φυσικός Ντονατέλα και ο καθηγητής της πυρηνικός φυσικός Γκόλντφαρμπ. Ο δεύτερος αποτελεί άτυπα το alter ego του Χέιρ καθώς έφυγε από τη Γερμανία και έτσι διεσώθη από το εβραϊκό πογκρόμ. Στην Αμερική ωστόσο υπήρξε μέλος των φυσικών που συμμετείχαν στη μελέτη και δημιουργία της πυρηνικής βόμβας. Η ζωή του θα συνδεθεί τόσο με το Βερολίνο όσο και με τις ζωές των παραπάνω ηρώων. Εξαιτίας αυτού, μεγάλο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται στη φυσική, σε θεωρίες και επιστήμονες. Μη ξεχνάμε ότι ο τίτλος του βιβλίου αφορά το «ω» στοιχείο μελέτης του Αϊνστάιν. Τέλος, η εμφάνιση της φοιτήτριας κιν/φου Νέμπουλα, η οποία διατηρεί «σχέσεις» με τις νεοναζιστικές οργανώσεις της πόλης, αν και στην αρχή θα περάσει απαρατήρητη, στην πορεία θα αποτελέσει τη λύση στο μυστήριο που κρύβει ο Ντε Χέιρ.

Το Omega Minor είναι ένα πάρα πολύ σκληρό βιβλίο και η ανάγνωσή του αποτελεί άθλο, όχι λόγω του όγκου του (σ. 830) όσο λόγω του περιεχομένου του. Ο Verhaeghen δείχνει γυμνά και όχι καλυμμένα γεγονότα που ίσως ούτε οι ίδιοι οι ερευνητές Ιστορίας έχουν μάθει ποτέ. Οι σκηνές βίας, κάθε είδους, διαπερνούν όλο το κείμενο και χρειάζεται μεγάλο ψυχικό σθένος για να συνεχίσεις την ανάγνωση. Αναρωτιέται κανείς μα γιατί τόση φρίκη; Το πιο φρικτό όμως τελικά είναι ότι όλα όσα αναφέρει συνέβησαν πραγματικά! Ο άνθρωπος έστρεψε τις επιστημονικές του γνώσεις πάνω στον ίδιο με σκοπό να καταστρέψει και να αυτοκαταστραφεί. Τελικά αυτή ήταν η Ελεύθερη Βούληση που έλαβε; Η προσωποποίηση του Κακού είναι διάχυτη σε όλο το έργο ακόμα και στις τελευταίες 200 σελίδες που αποτελούν το καθαρά μυθιστορηματικό-φανταστικό κομμάτι που προσθέτει ο συγγραφέας θέλοντας να θέσει ένα μεγάλο «αν είχε γίνει έτσι» σε μια σειρά πολλών ερωτημάτων που διαπερνούν το κείμενο.

Omega Minor

Σε όλο το κείμενο ερωτήματα Ηθικής όσο και Φιλοσοφίας θέτονται απ’ όλους τους ήρωες με σκοπό να προβληματίσουν. Επιπλέον, οι αφηγήσεις όλων των ηρώων έχουν μια διπλή ανάγνωση και αυτό είναι το καίριο ζήτημα που θέλησε να θίξει ο συγγραφέας: πόσες αλήθειες υπάρχουν, κατασκευασμένες ή μη; Η Μνήμη όπως αναφέρει σε μια συνέντευξη του ο συγγραφέας είναι το σημαντικότερο για τη ζωή ενός ανθρώπου. Είναι αυτά τα πράγματα που θυμάται (ή που θέλει να θυμάται και όπως τα θέλει) που τον χαρακτηρίζουν και αν τυχόν χάσει τη μνήμη του (βλ. Νόσος Αλτσχάιμερ) θα πάψει να υφίσταται. Ωστόσο το βιβλίο γράφτηκε για να θυμίσει ότι τα άκρα δεν είναι αδύνατο να κυριαρχήσουν στη ζωή μας. Είτε αυτά αφορούν προσωπικές συμπεριφορές, είτε πολιτικές και ιδεολογικές που θα επηρεάσουν μια κοινωνία ολόκληρη. Και η άγνοια, ηθελημένη ή μη, του παρελθόντος αποτελεί κλειδί για την ανάδειξή τους.

Ο Paul Verhaeghen έγραψε ομολογουμένως ένα magnum opus για τα εγκλήματα, κάθε είδους, που συνέβησαν τον 20ο αιώνα. Ένα βιβλίο κραυγή για αυτά που δεν λέγονται και δεν μαθαίνονται. Ένα βιβλίο που διαπνέεται από τα έργα του Κάφκα, του Ρίλκε αλλά και του Φάουστ του Γκαίτε. Ένα βιβλίο που θυμίζει ότι το Κακό δεν καταστρέφεται εύκολα και ότι η φύση του ανθρώπου είναι πάντα δισυπόστατη. Μετά την ανάγνωσή του αντιμετωπίζει κανείς πολύ πιο κριτικά ορισμένα πράγματα, όπως την ζωγραφική του Jackson Pollock (βλ. εξώφυλλο του βιβλίου).

Το βιβλίο βραβεύτηκε με το Ferdinand Bordewijk Prize το 2005 και με το Independent Foreign Fiction Prize το 2008. Αρκετοί κριτικοί λογοτεχνίας το συγκρίνουν με έργα του William T. Vollmann, του Don DeLillo, του Thomas Pynchon και του David Foster Wallace. ♦

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση από τα φλαμανδικά της Ινώς Μπαλτά. Τιμή: 26,00€ | Σελίδες: 830