Πάντα με γοήτευε η επιστήμη της Ιστορίας και ιδιαίτερα η εποχή του Β’ παγκοσμίου πολέμου. Ποτέ, ακόμα και τώρα, δε μπόρεσα να συλλάβω το μέγεθος της τραγωδίας που έλαβε χώρα μόλις πριν από 80 χρόνια. Στο βραβευμένο με το Α’ κρατικό βραβείο μυθιστορήματος το 1966 Πλατύ ποτάμι του Γιάννη Μπεράτη (εκδόσεις Ερμής, 1973 και επανέκδοση από τον ίδιο εκδότη το 2013) είδα την οπτική ενός στρατιώτη που ηθελημένα αποφάσισε να πάει στο μέτωπο και παρουσιάζει τα γεγονότα με αξιοθαύμαστη αποστασιοποίηση και περιγραφικότητα.

Το πλατύ ποτάμι

Βρισκόμαστε στο Φεβρουάριο του 1941 και ο ήδη γνωστός συγγραφέας Γιάννης Μπεράτης, κατατάσσεται εθελοντικά για να βοηθήσει στο ελληνοϊταλικό μέτωπο. Αποχαιρετώντας τους δικούς του ανθρώπους αλλά και παρατηρώντας τους ανθρώπους γύρω του, η μόνη του σκέψη είναι πως θα χαθεί αυτός, αυτοί που φεύγουν μαζί του αλλά θα σωθούν όλοι οι υπόλοιποι. Σίγουρος πως δε θα επιστρέψει, αρχίζει σιγά-σιγά να ξυπνά από την ζάλη του τελευταίου διαστήματος και να βλέπει τις δύσκολες ημέρες που έρχονται.

«Κάθησα πολλή ώρα στο παράθυρο, έτσι σα για έναν τελευταίο αποχαιρετισμό στην Αθήνα. Μα είχα και μια παρηγοριά: πως φεύγω εγώ, πως φεύγουμε όσοι φεύγουμε για να’ ναι ήσυχοι τουλάχιστον α υ τ ο ί. Για να ζήσουν ελεύθεροι τουλάχιστον αυτοί.»

Με όχημα την περιγραφή του συγγραφέα-στρατιώτη, θα ακολουθήσουμε την πορεία των στρατιωτών μέχρι τον τελικό τους προορισμό κάπου στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Η (μάλλον χαρακτηριστική ανεξαρτήτου εποχής) ασυνεννοησία των Ελλήνων αξιωματικών προσθέτουν έξτρα ταλαιπωρία στους ήδη καταπονημένους από τις συνεχείς πορείες στρατιώτες. Παρόλα αυτά όμως, ο Γιάννης Μπεράτης καταφέρνει να συγκρατήσει και να μεταφέρει στον αναγνώστη λεπτομέρειες από την καθημερινότητα του μετώπου. Και το γεγονός που καθιστά την διήγηση αυτή ιδιαίτερη και ξεχωριστή από αντίστοιχες μαρτυρίες είναι πως ο συγγραφέας δεν αναφέρεται στους σωρούς των πτωμάτων, των κακουχιών και της πείνας. Στέκεται στον συμπολεμιστή. Στέκεται στον άνθρωπο που έχει απέναντί του αλλά και στον άνθρωπο που έχει κρυφτεί μέσα του και προσπαθεί να επιβιώσει του πολέμου. Κάθε αξιωματικός, στρατιώτης και χωρικός που θα σταθεί στο διάβα του αποτελεί και ένα ξεχωριστό κεφάλαιο τόσο για τον ίδιο τον Γιάννη Μπεράτη όσο και για τον αναγνώστη. Και όλα αυτά αρμονικά, ανθρώπινα μέχρι που ένα βήμα πριν την απελευθέρωση θα συναντήσουν γερμανική περίπολο…

«Όταν είδα την εξάρτησή μου στα χέρια του Γερμανού […] αισθάνθηκα μια απερίγραπτη μείωση. Έλα, πάμε, Γιάννη μου ‘λεγε , σα να μιλάει σε παιδί, ο Καψωμένος που ‘χε περάσει παρηγορητικά το μπράτσο του στο δικό μου, δεν είσαι ο πρώτος ούτε ο τελευταίος.»

Ο Γιάννης Μπεράτης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Αν και χρονικά τοποθετείται στην γενιά του ’30, η ιδιαίτερη προσωπικότητά του και οι πνευματικές του ανησυχίες τον διαφοροποίησαν από τους αντίστοιχους εκπροσώπους της γενιάς αυτής. Ως μεγαλύτερες επιρροές του θεωρούνται ο Κνουτ Χάμσουν, ο Έντγκαρ Άλαν Πόε και ο Φίοντορ Ντοστογιέσφκι. Λόγω ακριβώς της ιδιαίτερης ιδιοσυγκρασίας του αλλά και της ευαισθησίας που τον διέκρινε, σε πολλά κείμενά του θα παρατηρήσουμε περιγραφές από τα βιώματα σε νεαρή αλλά και σε πιο ώριμη ηλικία.

Το Πλατύ ποτάμι θεωρήθηκε από τους κριτικούς της λογοτεχνίας ως το αριστούργημά του ενώ ο Αυτοτιμωρούμενος είναι ένα ιδιαίτερο κείμενο με διάσπαρτα αυτοβιογραφικά στοιχεία και έντονη επιρροή από αντίστοιχα κείμενα του Σάρλ Μπωντλέρ. ♦

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ερμής. Σελίδες: 485 | Τιμή:13,86€